Ο μακρόθεν διάλογος ή πώς δεν έχουμε μάθει να συζητάμε


Του Παναγιώτη Μαυροειδή

Στο έδαφος της κοινής συντροφικής δράσης, να αναδείξουμε και όχι να κουκουλώσουμε τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, συζητώντας επί αυτών, την ίδια στιγμή που θα υποβιβάζουμε και θα καταργούμε τις καταστροφικές λογικές της ιδιοκτησίας της αλήθειας, της καχυποψίας, του τακτικισμού και της θεωρίας  ‘’ο χειρότερος εχθρός μου, είναι ο πιο κοντινός μου αριστερός’’

Στο έδαφος της κοινής συντροφικής δράσης, να αναδείξουμε και όχι να κουκουλώσουμε τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, συζητώντας επί αυτών, την ίδια στιγμή που θα υποβιβάζουμε και θα καταργούμε τις καταστροφικές λογικές της ιδιοκτησίας της αλήθειας, της καχυποψίας, του τακτικισμού και της θεωρίας ‘’ο χειρότερος εχθρός μου, είναι ο πιο κοντινός μου αριστερός’’

 Δημοσιεύουμε τρία κείμενα που έχουν δημοσιευτεί ταυτόχρονα σε τρία διαφορετικά μέσα, χωρίς καθένας από τους συγγραφείς, να γνωρίζει την ύπαρξη των άλλων κειμένων.

Τα θέματα που πραγματεύονται αλλού είναι ίδια, αλλού διαφορετικά. Αναδεικνύουν όμως ένα κοινό στοιχείο, που απασχολεί πολλούς κομμουνιστές και αριστερούς:

Πώς πρέπει να συζητάει και πώς να συναντιέται η αριστερά σε κοινές προσπάθειες;

Δεν έχουμε και δεν προσποιούμαστε καμία ουδετερότητα απέναντι στα γραφόμενα και στον πολιτικό πολιτισμό που αναδύονται από τις διαφορετικές προσεγγίσεις των κειμένων.

Το άρθρο του Βασίλη Μηνακάκη βάζει επί της ουσίας ερωτήματα για τους τρεις κόμβους που συνθέτουν την ουσία της κομμουνιστικής πολιτικής παρέμβασης: στρατηγική στόχευση, επαναστατική μετάβαση, αντικαπιταλιστική ανατρεπτική πολιτική τακτική συγκέντρωσης δυνάμεων.

 Μπορεί να κριθεί εύκολα και ως προς την ουσία των απαντήσεων και ως προς τη μεθοδολογία και ως προς τον τρόπο που αντιπαρατίθεται. Είναι πιστεύουμε φιλόξενο στη συζήτηση.

Το άρθρο του Τάσου Τραβασάρου στο Ριζοσπάστη, πραγματεύεται θεωρητικά τις διεργασίες «στο χώρο του οπορτουνισμού», όπου τσουβαλιάζονται σκόπιμα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στην πράξη είναι μία ακόμη ατεκμηρίωτη επίθεση, που βρίθει από χαρακτηρισμούς,  κατά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

 Τονίζονται δύο μόνο σημεία, για μεθοδολογικούς λόγους:

  1. Μιλάμε  και κρίνουμε πραγματικές θέσεις ή τις κατασκευάζουμε κατά το δοκούν;

Γράφει σχετικά με το ζήτημα της θέσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την ΕΕ:  «Έχει πάντως αξία να σημειώσουμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ψευδεπίγραφο «αντικαπιταλιστικό» της πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση δεν θέτει ως στόχο πάλης την αποδέσμευση από την ΕΕ, αλλά παραπέμπει αυτό το στόχο σε κάποιο άγνωστο, ακαθόριστο μέλλον». Το σχετικό πολιτικό κείμενο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο οποίο αναφέρεται, τοποθετεί ως εξής την θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση είναι μια στρατηγική βαθιά διεθνιστική. Θα υπονομεύσει συνολικά το αντιδραστικό οικοδόμημα της ΕΕ και της ΟΝΕ και θα ανοίξει το δρόμο για τη διάλυσή τους. Θα δώσει αυτοπεποίθηση και στα εργατικά και λαϊκά κινήματα άλλων κρατών να προχωρήσουν σε ανάλογες ρήξεις και ανατροπές. Θα ανοίξει το δρόμο για μια άλλη ανώτερη μορφή διεθνιστικής αλληλεγγύης ανάμεσα σε αγωνιζόμενες κοινωνίες στην προοπτική μορφών οικονομικής και κοινωνικής συνεργασίας που θα στηρίζονται στην αλληλεγγύη, την ισοτιμία, τη δικαιοσύνη, την αξιοποίηση συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων, την προστασία του περιβάλλοντος τη ρήξη με τη βαρβαρότητα των αγορών και της διεθνοποίηση του καπιταλισμού». Ο αρθρογράφος λοιπόν όχι μόνο ψεύδεται για την ανυπαρξία του στόχου της αποδέσμευσης, αλλά αναστρέφει την πραγματικότητα για το πώς τίθεται ο στόχος που είναι η ουσία: Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο στόχος της αποδέσμευσης τίθεται στον παρόντα πολιτικό χρόνο, με στόχο να αποτελέσει συμβολή και δρόμο σε μια επαναστατική προοπτική, ενώ το ΚΚΕ το τοποθετεί ξεκάθαρα σε μέλλοντα χρόνο με το σχήμα της «αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης με λαϊκή εξουσία» (βλέπε σχετικά:  «Επομένως υπάρχει λύση: Αποδέσμευση απ’ την ΕΕ και διαγραφή του χρέους με λαϊκή εξουσία», στην Ανακοίνωση του ΠΓ της KE του ΚΚΕ για την οικονομική καπιταλιστική κρίση και το χρέος,   http://www.kke.gr/anakoinoseis_grafeioy_typoy/anakoinosh_toy_pg_ths_ke_toy_kke_gia_thn_oikonomikh_kapitalistikh_krish_kai_to_xreos_?morf=0.  Ποιος λοιπόν  αλήθεια «παραπέμπει αυτό το στόχο σε κάποιο άγνωστο, ακαθόριστο μέλλον»?

2.Μιλάμε με πολιτικούς όρους ή μηχανιστικές αναφορές που απαξιώνουν την πολιτική ανάλυση στο

 επίπεδο της σχηματικότητας;

Το τρίτο κείμενο που φιλοξενούμε, αφορά ανάρτηση  σε ιστοσελίδα κριτικής υποστήριξης του ΣΥΡΙΖΑ(http://enosy.blogspot.com).

Το κείμενο πραγματεύεται κριτική στην «Πρωτοβουλία ενάντια στο ευρώ και την ΕΕ» και αξίζει να διαβαστεί, διότι είναι δηλωτικό μιας ευρύτερης στάσης απέναντι στο ζήτημα της ΕΕ από τμήμα της αριστεράς.

H αναγκαιότητα της πάλης κατά της ΕΕ είναι τόσο μακριά από τη σκέψη του αρθογράφου, ώστε να μην μπαίνει καν στον κόπο να διατυπώσει συγκεκριμένες πολιτικές κριτικές ή να προβάλλει άλλες θέσεις επί του θέματος.

Αντίθετα, οδηγείται σε θέσεις του τύπου: «θα μπορούσε (το κείμενο κατά της ΕΕ) να είχε γραφτεί τον προηγούμενο αιώνα, αφού προβάλλει ως βασικές θέσεις την πολιτική που κυριαρχούσε στην κομμουνιστική αριστερά απέναντι στην Ε.Ε., ΠΡΙΝ καταρρεύσει ο υπαρκτός κομμουνισμός!».

Θεωρεί πως αποτελεί συμβολή να ειρωνεύεται τον στόχο της πρωτοβουλίας, όπως αυτός διατυπώνεται στο κείμενο της:

«Στόχος μας είναι η διαμόρφωση ενός ενωτικού λαϊκού ρεύματος που θα προτάσσει τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα και θα υπερασπίζει το δικαίωμα του λαού να καθορίζει την πορεία των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, έξω από τις δεσμεύσεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και ηγεμονικών καπιταλιστικών χωρών».

Με αναφορές του τύπου:

«Το γνωστό τραγουδάκι εκείνης της εποχής: «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα/ θα μας σώσει τώρα απ’ τη σκλαβιά/ κι έχει πρόγραμμα λαοκρατία/ ζήτω-ζήτω-ζήτω το ΕΑΜ», είναι πολιτικά πιο ορθό και πιο επίκαιρο, διότι επικαλείται μια σημαντική κοινωνική παρακαταθήκη, η οποία απουσιάζει από τη σημερινή αριστερά: «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα» και δηλώνει σαφώς ένα κοινωνικό όραμα «την λαοκρατία»…».

Αλλά, αισθάνεται και την ανάγκη να επιτεθεί στη θέση της πρωτοβουλίας ότι:

«Η αιτία των λαϊκών προβλημάτων βρίσκεται στην «ιερή συμμαχία» ελληνικών κυβερνήσεων, ΕΕ, ΔΝΤ, στο «μαύρο» μέτωπό τους με το κεφάλαιο, τις τράπεζες και τις αγορές».

με απαξιωτικές αναφορές του τύπου:

«Αν λοιπόν “σπάσει” αυτή η συμμαχία των ελληνικών κυβερνήσεων τα λαϊκά προβλήματα θα μπορέσουν να λυθούν».

Κατά τα άλλα περισσεύουν τα πολιτικά κουτσομπολιά

Δική μας θέση είναι ότι οι κομμουνιστές και οι αριστεροί όλων των ρευμάτων είναι υποχρεωμένοι:

  • Να συζητήσουν στο ίδιο τραπέζι για το πώς θα συμβάλλουν στο λαϊκό αγώνα ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου και ιδιαίτερα ενάντια στον σημερινό κοινωνικό κανιβαλισμό της ΕΕ και του ΔΝΤ.
  • Να εξαντλήσουν το πάθος τους στη στράτευση ενάντια στον ταξικό και πολιτικό αντίπαλο και όχι μεταξύ τους.
  • Να αντιπαρατεθούν με συντροφικό πολιτικό πολιτισμό και όχι με αλληλοαπαξίωση.
  • Να συναντηθούν έμπρακτα σε πολυποίκιλες πρωτοβουλίες κοινής δράσης ιδιαίτερα στο μαζικό κίνημα, με στόχο την ενίσχυση της πολιτικής δυναμικής του  για την  ανατροπή της επίθεσης.
  • Να οργανώσουν το θεωρητικό διάλογο με σοβαρό τρόπο και να εγκαταλειφθούν οι παράλληλοι μονόλογοι.

Για να το πούμε συνοπτικά:

Στο έδαφος της κοινής συντροφικής δράσης, να αναδείξουμε και όχι να κουκουλώσουμε τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, συζητώντας επί αυτών, την ίδια στιγμή που θα υποβιβάζουμε και θα καταργούμε τις καταστροφικές λογικές της ιδιοκτησίας της αλήθειας, της καχυποψίας, του τακτικισμού και της θεωρίας  «ο χειρότερος εχθρός μου, είναι ο πιο κοντινός μου αριστερός» .

Παραθέτουμε τα κείμενα: 

Ποιο είναι το δέντρο και ποιο το δάσος

Του Βασίλη Μηνακάκη (ΠΡΙΝ, 24/7/2011)

Το τελευταίο διάστημα, η ηγεσία του ΚΚΕ και ο Ριζοσπάστης -με μεθόδους που έχουν αναγάγει σε επιστήμη τη διαστρέβλωση- έχουν αποδυθεί σε μια πρωτοφανή επίθεση οτο ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Κεντρικός στόχος τους είναι να αποδείξουν ότι είναι οπορτουνιστικές και επικίνδυνες για το κίνημα δυνάμεις, προτείνουν διαχειριστικές λύσεις, είναι υπέρ της δημιουργίας αστικών κυβερνήσεων και βλέπουν το δέντρο (το χρέος) κι όχι το δάσος (τον καπιταλισμό και την κρίση του).

Η μέθοδος που χρησιμοποιούν είναι απλή και δοκιμασμένη: Τσουβαλιάζουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το ΣΥΡΙΖΑ και ασκούν κριτική στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτές είναι θέσεις και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Παράλληλα, αναγορεύουν κάθε στόχο πάλης που προβάλλει στη συγκυρία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε διαχειριστικό και «εκσυγχρονιστικό» του συστήματος, καθώς (λένε) δεν απαντιέται ποια εξουσία θα τον υλοποιήσει.

Αφήνουμε κατά μέρος τη μέθοδο -αν και τα μέσα είναι πάντα άρρηκτα δεμένα με τους σκοπούς- μιας και το πρόβλημα της πολιτικής είναι πολύ πιο σοβαρό. Είναι, θα ‘λεγε κανείς, ένα ριμέικ της γνωστής πρακτι-κής του ΚΚΕ να ανοίγει τυφλό μέτωπο σε ό,τι κινείται αριστερά του με δήθεν αριστερή φρασεολογία για να καλύψει τη ρεφορμιστική επί της ουσίας πολιτική του και τη συναίνεση που παρέχει στο αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς, αποτρέποντας μια στροφή του ανήσυχου κόσμου του σε αντικαπιταλιστική – ανατρεπτική κατεύθυνση. Ως αριστερούς οπορτουνιστές, άλλωστε, χαρακτήριζε και παλιότερα τους αγωνιστές του ΝΑΡ που διέγραφε, παρέα με τον Ανδρουλάκη, τη Δαμανάκη και τους κουκουεδογενείς του ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια στιγμή που είχε έλθει «εις γάμου πολιτεία» με τον Κύρκο στον ενιαίο ΣΥΝ και συγκυβερνούσε με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ (Τζαννετάκης, Οικουμενική).

Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι η ουσία επί της πολιτικής γραμμής.

1. Ζούμε στην εποχή μιας ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού και μιας κανιβαλικής επίθεσης στον κόσμο της εργασίας. Στην εποχή που αποκτά πιεστική επικαιρότητα το αίτημα της χειραφέτησης από τον σάπιο αστικό κόσμο και το πολιτικό σύστημα του. Το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απαντούν σε αυτή την πραγματικότητα προβάλλοντας την κοινωνική αναγκαιότητα, την υλική δυνατότητα και την πολιτική τάση της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, αλλά και την ανάγκη αυτή η προοπτική να αντλεί από το μεγαλείο της Οκτωβριανής Επανάστασης αλλά να οριοθετείται από τον «υπαρκτό». Πώς απαντά το ΚΚΕ; Με τη μετάθεση του κομμουνισμού στο υπερπέραν και την ταύτιση της άλλης κοινωνίας με τον «υπαρκτό».

2. Ζούμε σε μια εποχή όπου είναι πασιφανές ότι χωρίς αντικαπιταλιστική επανάσταση και μετάβαση στην εργατική εξουσία δεν μπορούν να υπάρξουν ριζικές λύσεις στα λαϊκά προβλήματα. Πώς απαντούν το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την πραγματικότητα; Προβάλλουν την αντικαπιταλιστική επανάσταση ως κεντρικό ζητούμενο, συμπύκνωση κι ανώτατο όριο της τακτικής τους, αποκλείουν τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις εντός του συστήματος, υποστηρίζουν ότι η μόνη συνολική εναλλακτική απάντηση σε επίπεδο εξουσίας είναι η εργατική εξουσία κι ότι σε αυτήν περνάμε μόνο με επανάσταση, καθώς και ότι εργατική εξουσία σημαίνει εξουσία που ανήκει στους εργαζόμενους.

Πώς απαντά το ΚΚΕ; Προβάλλει ως κεντρικό στόχο τη λαϊκή εξουσία, αφήνει ασαφές αν αυτή ταυτίζεται με την εργατική εξουσία, δεν αναφέρει πουθενά στα επίσημα κείμενα του ότι το πέρασμα στη λαϊκή εξουσία απαιτεί επανάσταση και ταυτίζει τη λαϊκή εξουσία με την εξουσία του κόμματος.

3. Τέλος, ζούμε σε μια εποχή όπου αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα να ανακαλύψεις την -επαναστατική- τακτική, την πολιτική γραμμή που επιτρέπει στις εργατικές μάζες μέσα από την πείρα τους να πειστούν και να παλέψουν για την επανάσταση, την εργατική εξουσία, τον κομμουνισμό, να αναμετρηθούν αποτελεσματικά με τη λαίλαπα κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ, ΣΕΒ, να καταφέρουν ρωγμές ή συνολικότερη ανατροπή στην αντεργατική επίθεση. Πώς απαντούν σε αυτή την ανάγκη το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Προβάλλοντας ένα πλαίσιο στόχων (εδώ εντάσσονται η διαγραφή του χρέους και η έξοδος από ευρώ και ΕΕ) που η πάλη γι’ αυτούς βάζει ανατρεπτικό φραγμό στην αστική επίθεση, ανακουφίζει τους εργαζόμενους (αν επιβληθούν από τη λαϊκή πάλη), δεν χωράει στον καπιταλισμό του σήμερα, συμβάλλει στην αλλαγή των συσχετισμών και επιταχύνει τα επαναστατικά γεγονότα που κρίνουν το πρόβλημα της εξουσίας.

Στόχων που ή θα επιβληθούν στο σύστημα «με το πιστόλι στον κρόταφο», αποτελώντας προοίμιο της επανάστασης ή θα υλοποιηθούν στην πιο πλήρη μορφή τους από την εργατική εξουσία.
Πώς απαντάει το ΚΚΕ; Ταυτίζοντας το μαζικό πολιτικό αγώνα των εργαζομένων με τις κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ και την αλλαγή των συσχετισμών με την «ψήφο στο ΚΚΕ», εγκαταλείποντας το πεδίο της καθημερινής εργατικής αναμέτρησης με την αστική επίθεση και παραπέμποντας την ανάγκη και τη δυνατότητα ρωγμών στην αστική επίθεση στο ακαθόριστο μέλλον της επίσης ακαθόριστης λαϊκής εξουσίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες και με αυτή τη γραμμή, ποιος τελικά είναι οπορτουνιστής και ρεφορμιστής;

Για τις διεργασίες στο χώρο του οπορτουνισμού 

Του Τάσου Τραβασάρου, μέλους της Ιδεολογικής Επιτροπής της Κ.Ε του ΚΚE (Ριζοσπάστης, 24.7.2011)

Τις προηγούμενες μέρες δημοσιεύθηκαν η Απόφαση της 4ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ και το κείμενο θέσεων του συντονιστικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την 1η Πανελλαδική της Συνδιάσκεψη.

Στο κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ, βασικού φορέα του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, είναι φανερή η σοσιαλδημοκρατική γραμμή του. Η καιροσκοπική και αφερέγγυα για τα λαϊκά συμφέροντα προσαρμογή των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων, λαϊκής οργής και δυσαρέσκειας είναι θεμελιακό στοιχείο του οπορτουνισμού, που αντικειμενικά λειτουργεί ως ανάχωμα στο ριζοσπαστισμό. Η προσαρμογή αυτή εκφράζεται και με τη συνεργασία με δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ που ενώ έχουν ιστορικό χρησιμοποίησης «αντικαπιταλιστικών» και «επαναστατικών» συνθημάτων συναινούν στη σοσιαλδημοκρατική γραμμή ως άμεσο στόχο.

Ετσι στα κείμενα των δύο δυνάμεων του οπορτουνισμού, η ανοιχτά σοσιαλδημοκρατική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ συγκλίνει με το άμεσο πρόγραμμα πάλης της ΑΝΤΑΡΥΣΑ, το οποίο οι τελευταίοι δήθεν παρουσιάζουν ως γραμμή συγκέντρωσης δυνάμεων για το σοσιαλισμό.

Γι’ αυτό άλλωστε πυκνώνουν οι διεργασίες που προωθούν την κοινή δράση και το συντονισμό αυτών των δυνάμεων, με το «Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ» και το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής» να παίζουν το ρόλο του μεσάζοντα. Πρόσφατα το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής» πραγματοποίησε συναντήσεις με δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως ΝΑΡ, ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ κ.ά.

Οι δυνάμεις αυτές συναντιούνται σε μια σειρά δραστηριότητες όπως η πρωτοβουλία για την Επιτροπή λογιστικού ελέγχου, στην οποία συμμετέχουν και αστικές δυνάμεις, στην κίνηση αριστερών οικονομολόγων, στο αριστερό βήμα διαλόγου, στα πρωτοβάθμια σωματεία και αλλού.

Μια βασική τους διαφορά αφορά το αν η κοινή σοσιαλδημοκρατική τους γραμμή θα υλοποιηθεί μέσω της μεταρρύθμισης ή μέσω της εξόδου από την ευρωζώνη. Αυτή η αντιπαράθεση έχει ως υπόβαθρο τους οξύτατους ανταγωνισμούς μεταξύ κυρίαρχων κύκλων του διεθνούς κεφαλαίου για το αν θα μεταρρυθμιστεί η ευρωζώνη ή αν θα πρέπει να βγει η Ελλάδα ή και άλλες χώρες από το ευρώ, ως «φάρμακο» για την πιο αποτελεσματική διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης.

Αυτή η αντιπαράθεση βεβαίως δεν αφορά την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, γιατί δεν τους αφορά αν ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός θα προωθείται μέσα από μια νέα μορφή του ευρώ ή αν θα προωθείται με επιστροφή στη δραχμή και «υποτίμηση του νομίσματος που θα ακολουθήσει την έξοδο από το ευρώ»,1στα πλαίσια μιας «αυτοδύναμης» εθνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Εχει πάντως αξία να σημειώσουμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ψευδεπίγραφο «αντικαπιταλιστικό» της πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση δεν θέτει ως στόχο πάλης την αποδέσμευση από την ΕΕ, αλλά παραπέμπει αυτό το στόχο σε κάποιο άγνωστο, ακαθόριστο μέλλον.

Αλλά ακόμα και αυτό το «ελάχιστο πρόγραμμα κοινής δράσης» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εξαιτίας του καιροσκοπισμού τους, στην πράξη γίνεται λάστιχο ανάλογα με τη συγκυρία, γι’ αυτό και στην ΕΛΕ, όπου συνεργάζονται με άλλες σοσιαλδημοκρατικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, απουσιάζει ακόμα και αυτός ο στόχος της εξόδου από την ΟΝΕ.

Ποια είναι τα βασικά κοινά σημεία των δύο κειμένων:

Α) Από κοινού τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλουν την περίφημη «ενότητα της Αριστεράς» και άλλων ευρύτερων αντιμνημονιακών δυνάμεων.

Η «νέα κοινωνική πλειοψηφία» του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει δυνάμεις από το ΣΥΡΙΖΑ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τους Οικολόγους Πράσινους, τη Δημοκρατική Αριστερά (Κουβέλης), το Αρμα Πολιτών (Δημαράς), τμήμα του ΠΑΣΟΚ, μέχρι και τη λαϊκή Δεξιά.

Ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί σε συστράτευση από τις «δυνάμεις της Αριστεράς» μέχρι τμήματα του «αντιμνημονιακού» ΠΑΣΟΚ και της «αντιμνημονιακής» ΝΔ.

Βάση για την πολιτική συμμαχιών του οπορτουνισμού είναι η θέση που αποδίδει τις αιτίες των αντιλαϊκών μέτρων αποκλειστικά στην τρόικα ή στη μνημονιακή σύμβαση. Ετσι, όπως παλιότερα ενοχοποιούνταν ο νεοφιλελευθερισμός και ζητούμενο ήταν το αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο, σήμερα συσκοτίζουν ότι αντίστοιχα μέτρα έχουν παρθεί ή παίρνονται σε σειρά ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών ανεξάρτητα από το βάθος της κρίσης και από το ύψος του δημόσιου χρέους, ότι επιβάλλονται και εκεί ανάλογα αντιλαϊκά «μνημόνια διαρκείας». Ακριβώς γιατί πρόκειται για μέτρα θωράκισης της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Πρόκειται ουσιαστικά για πολιτική συμμαχιών ανάμεσα σε αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, που συμβάλλει στα σχέδια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα στην αναζωογόνηση της σοσιαλδημοκρατικής πτέρυγάς του.

Αυτή η πολιτική συμμαχιών αντιστρατεύεται στην πράξη την πολιτική του ΚΚΕ για την οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα σε πολιτική κατεύθυνση ρήξης και σύγκρουσης με την εξουσία των μονοπωλίων, γραμμή που αναδεικνύει την ουσιαστική διαχωριστική γραμμή που υπάρχει στην ελληνική καπιταλιστική κοινωνία, η οποία δε βρίσκεται ανάμεσα σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς», αλλά ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από τη μια και τους κεφαλαιοκράτες από την άλλη.

Β) Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ως διέξοδο μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική που περιλαμβάνει την αναδιαπραγμάτευση του χρέους (μέσω του λογιστικού έλεγχο του κλπ.), την εθνικοποίηση τραπεζών και την επαναφορά στο Δημόσιο πρώην ΔΕΚΟ, την αναδιανομή του εισοδήματος, την απλή αναλογική κ.ά.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλει ως μεταβατικό πρόγραμμα (που δήθεν ανοίγει δρόμο για το σοσιαλισμό) μια δέσμη στόχων όπως: να φύγει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η τρόικα, παύση πληρωμών και αναδιαπραγμάτευση του χρέους (μέσω λογιστικού ελέγχου), έξοδος από το ευρώ, εθνικοποιήσεις τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, αναδιανομή του εισοδήματος, απλή αναλογική κ.ά.

Τη στιγμή που το ζητούμενο είναι να γκρεμιστούν οι αυταπάτες που κυριαρχούν ότι δήθεν μπορεί να υπάρξουν φιλολαϊκές λύσεις χωρίς σύγκρουση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμβάλλουν στην ενίσχυση και στο δυνάμωμα των αυταπατών, παίζοντας το παιχνίδι της αστικής τάξης.

Μέσω του λογιστικού ελέγχου νομιμοποιούν μέρος του χρέους στη συνείδηση της εργατικής τάξης, εγκλωβίζουν το λαό σε «εξεταστικές επιτροπές» γνωστό πεδίο μάχης επιχειρηματικών ομίλων, φέρνουν ως καπέλο στο λαϊκό κίνημα ΜΚΟ χρηματοδοτούμενες από το διεθνές κεφάλαιο και την Κομισιόν.

Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επαναφέρουν παμπάλαιες χρεοκοπημένες προτάσεις της σοσιαλδημοκρατίας για «αναδιανομή του… εισοδήματος». Ετσι υιοθετώντας μια νέα εκδοχή κεϊνσιανισμού συντηρούν αυταπάτες ότι μπορεί να εξανθρωπιστεί ο καπιταλισμός.

Ομως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιστρέψει στις παλιές συνταγές κρατικοποιήσεων, που άλλωστε στον καιρό τους εξυπηρέτησαν τις ανάγκες της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής και δε λειτούργησαν με κριτήριο τις ανάγκες της εργατικής τάξης.

Ούτε έχει τα ίδια περιθώρια παραχωρήσεων και ελιγμών όπως παλιότερα. Σε συνθήκες προχωρημένης διεθνοποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας, όξυνσης του διεθνούς και περιφερειακού καπιταλιστικού ανταγωνισμού, κράτη του πιο ανεπτυγμένου καπιταλισμού παίρνουν μέτρα για τη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης.

Γ) Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού σκορπάνε αυταπάτες ότι μπορεί να υλοποιηθεί μια πολιτική ανακούφισης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων στα πλαίσια ενός άλλου μείγματος διαχείρισης της κρίσης.

Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ως πολιτικό στόχο «…τη δημιουργία του νέου συνασπισμού εξουσίας που θα … αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας».

Δηλαδή τη στιγμή που υπάρχουν δυνατότητες, ευρύτερες εργατικές και λαϊκές μάζες να συνειδητοποιήσουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η εναλλαγή αστικών κυβερνήσεων, αλλά ο ταξικός χαρακτήρας της εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει ως διέξοδο μια κυβέρνηση των «αριστερών» και ευρύτερων αντιμνημονιακών δυνάμεων στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας.

Είναι σαφής η μετατόπιση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ζήτημα αυτό με τοποθετήσεις αντιφατικές, κάτι που χαρακτηρίζει βέβαια όλο το κείμενο της συνδιάσκεψής της. Αναφέρουν ότι: «…μέσα στην όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων και την κρίση του πολιτικού συστήματος, που κάνουν εμφανές το ενδεχόμενο για κατάρρευση κυβερνήσεων υπό το βάρος του λαϊκού παράγοντα, είναι πιθανό να δούμε ένα φάσμα ενδεχομένων από αστικές κυβερνήσεις που να λειτουργούν υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος, αντιφατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας, πιθανώς και με συμμετοχή κομματιών της Αριστεράς. Φυσικά, η στάση των ταξικών δυνάμεων του εργατικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς απέναντι σε τέτοιες κυβερνήσεις δεν είναι ίδια με τη στάση απέναντι σε καθαρά αστικές κυβερνήσεις…».

Για κρίση του πολιτικού συστήματος μιλάνε σήμερα και εκπρόσωποι της αστικής τάξης προτάσσοντας την ανάγκη αναμόρφωσής του στα πλαίσια της οποίας μια λύση είναι και οι «αριστερές κυβερνήσεις» ή κυβερνήσεις με τη συμμετοχή της «Αριστεράς». Τίποτα βεβαίως θετικό δεν πρέπει να περιμένουν η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από μια τέτοια εξέλιξη, όπως τίποτα θετικό δεν ήρθε μέσα από τις κυβερνήσεις της «Κεντροαριστεράς» τη δεκαετία του 1990.

Προκύπτουν επίσης μια σειρά εύλογα ερωτήματα. Τι θέση παίρνουν στο ενδεχόμενο συμμετοχής τους αύριο σε μια τέτοιου είδους κυβέρνηση; Ποια «Αριστερά» εννοούν ότι θα συμμετέχει σε αυτές; Τι έχουν στο νου τους αναφερόμενοι σε «αντιφατικές κυβερνήσεις», «κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας» κλπ; Μήπως τις λεγόμενες «αριστερές» κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική, που οι ίδιοι συστηματικά προβάλλουν, γιατί δήθεν ακολούθησαν εναλλακτική πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα λειτούργησαν στην κατεύθυνση ενίσχυσης των θέσεων των αστικών τάξεων αυτών των κρατών σε περιφερειακό επίπεδο χωρίς να βγάλουν τους λαούς τους από τη φτώχεια και την εκμετάλλευση;

Ποια πρέπει να είναι η στάση του εργατικού κινήματος απέναντι σε ελιγμούς μιας αστικής κυβέρνησης η οποία μπορεί να πραγματοποιήσει ορισμένες προσωρινές παραχωρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει τη σταθερότητα της αστικής εξουσίας; Θα την υποστηρίξει ή θα αποκαλύψει το χαρακτήρα του ελιγμού της και θα προβάλλει ότι χωρίς την ανατροπή της αστικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος;

Δ) Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κάλεσμα για «ενότητα της Αριστεράς» συμπεριλαμβάνουν και το ΚΚΕ… Υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για δυνάμεις που αποχώρησαν ή εκδιωχθήκαν από το ΚΚΕ γιατί επιχείρησαν, σε διάφορες φάσεις, την οπορτουνιστική του μετάλλαξη, πράγμα που σφραγίζει τη φυσιογνωμία τους. Από κοινού επιτίθενται στην πολιτική γραμμή του ΚΚΕ και τη χαρακτηρίζουν σεχταριστική, αφού αρνείται τη συνεργασία με τις υπόλοιπες «αριστερές δυνάμεις» (δηλαδή τον οπορτουνισμό) και ότι παραπέμπει τη λύση των λαϊκών προβλημάτων στη «Δευτέρα Παρουσία» του σοσιαλισμού.

Η έκκλησή τους είναι προσχηματική, αφού είναι φανερό ότι όχι μόνο οι διαφορές τους με το ΚΚΕ είναι στρατηγικού χαρακτήρα, αλλά ότι αφορούν και τη γραμμή συσπείρωσης δυνάμεων, την κατεύθυνση πάλης του εργατικού λαϊκού κινήματος, τους στόχους πάλης που αυτό θα υιοθετεί.

Σκοπός των εκκλήσεων είναι να ασκηθεί οπορτουνιστική πίεση στο ΚΚΕ για να υποχωρήσει στην πράξη από τη στρατηγική του σε συνθήκες μάλιστα που οι δημοσκοπήσεις καλλιεργούν αυταπάτες για κοινοβουλευτικές επιτυχίες. Κάτι τέτοιο όμως θα είχε ολέθριες επιπτώσεις για το εργατικό – λαϊκό κίνημα, για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ανάλογες με αυτές που θα είχε η ενσωμάτωση του ΚΚΕ στη γραμμή της «ανανέωσης» και η μετάλλαξη – σοσιαλδημοκρατικοποίησή του το 1991. Θα εμπόδιζε ευρύτερα εργατικά και λαϊκά στρώματα να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη ότι για να λύσουν για πάντα και ριζικά τα προβλήματά τους πρέπει να ανατρέψουν την εξουσία του κεφαλαίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε εργατικές λαϊκές μάζες σε πικρές ήττες, απογοητεύσεις, συμβιβασμό και ενσωμάτωση.

Η εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης και η ενδυνάμωση της λαϊκής δυσαρέσκειας υποχρεώνει στην ανάγκη να δυναμώσει η αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού. Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού εξαιτίας της φυσιογνωμίας τους δουλεύουν για την ενσωμάτωση της λαϊκής διαμαρτυρίας σε ανώδυνα για το σύστημα κανάλια. Η αντιπαράθεση με τη γραμμή τους έχει ως αφετηρία τη διαφορετική στρατηγική αλλά αφορά και τη διαπάλη για την κατεύθυνση της οργάνωσης των μαζών. Γιατί κρίσιμο ζητούμενο σήμερα είναι η χειραφέτηση των εργατικών – λαϊκών μαζών από την αστική τάξη και η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος από την αστική πολιτική. Για να υπάρξουν εξελίξεις υπέρ του λαού πρέπει να δυναμώσει η συσπείρωση και πάλη ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική με προοπτική την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Μόνο όταν η πάλη κινείται σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να δυσκολεύει και να βάζει εμπόδια στη βάρβαρη πολιτική του κεφαλαίου. Η μόνη φιλολαϊκή διέξοδος σε τελική ανάλυση απέναντι στη σημερινή βαρβαρότητα που βιώνουμε είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ και η διαγραφή του χρέους με εργατική – λαϊκή εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμβάλλουν με τη δράση τους και τις θέσεις τους να στήνονται εμπόδια σε αυτόν το δρόμο.

Που πας ρε Καραμήτρο; Η “πρωτοβουλία κατά του ευρώ και της Ε.Ε.” 

(Έργα και ημέρες μιας Αριστεράς δεν έχει οράματα και στερείται στρατηγικής)

(μπλογκ ΕΟΣ, 25.7.2011)

Τετάρτη 27/7, στις 19:00 στην Αίθουσα της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 22, 2ος όροφος) πραγματοποιείται η “Ιδρυτική Συνέλευση της Πρωτοβουλίας κατά του ευρώ και της Ε.Ε.” Το κείμενο που θέτει το πλαίσιο της πρωτοβουλίας (έχει συγκεντρώσει ήδη 357 υπογραφές υποστήριξης (22/7/2011) ) είναι διατυπωμένο με ένα τρόπο που μπορεί να χωράει σχεδόν όλη η παραδοσιακή κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική αριστερά, αρκεί να υπάρχει “καλή διάθεση”…

Επίσης θα μπορούσε να είχε γραφτεί τον προηγούμενο αιώνα, αφού προβάλλει ως βασικές θέσεις την πολιτική που κυριαρχούσε στην κομμουνιστική αριστερά απέναντι στην Ε.Ε., ΠΡΙΝ καταρρεύσει ο υπαρκτός κομμουνισμός!

Πολιτικά αυτή η πρωτοβουλία έρχεται σήμερα να καλύψει το κενό της πολιτικής ενός “καλού ΚΚΕ” που δεν θα είναι τόσο σεχταριστικό όσο είναι το ΚΚΕ, αλλά πιο ανοικτό σε συνεργασίες με άλλες αριστερές δυνάμεις. Αποτελεί λοιπόν μια προσπάθεια, μπροστά στην προοπτική μιας εκλογικής αναμέτρησης, να συνευρεθούν στην σημερινή συγκυρία οι κουκουεδογενείς δυνάμεις (Αριστερό Ρεύμα, ΝΑΡ) και ένας ευρύτερος πολιτικός χώρος, ο οποίος συσπειρώνεται σήμερα γύρω από τα εκλογικά σχήματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ..

Είναι προφανές ότι στα πλαίσια της ιδεολογικής συγκρότησης αυτής της πρωτοβουλίας δεν χωρούν δυνάμεις και κινήματα που έρχονται σε ρήξη ή βρίσκονται σε αντιπαλότητα με παραδοσιακή αριστερά, η οποία κατέρρευσε μαζί με τον υπαρκτό κομμουνισμό εδώ και δεκαετίες. Το μέτωπο ενάντια στο ευρώ και η Ε.Ε. είναι η ιδεολογική ομπρέλα που ομογενοποιεί ιστορικά/διαχρονικά/ιδεολογικά αυτό τον χώρο. Είναι η κόκκινη κλωστή που προσδιορίζει τις ηγεμονίες στο εσωτερικό του με όρους αναπαραγωγής των μηχανισμών που στηρίζουν αλλά και στηρίζονται σε αυτά τα αριστερά ιδεολογήματα που προβάλλουν το πόσο άθλιος και κακός είναι ο αντίπαλος. Δυστυχώς αυτά είναι κοινοτοπίες, τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία.

Εξάλλου και οι ίδιοι οι αστοί όχι μόνον δεν κρύβουν τις αδυναμίες και τα προβλήματα του ευρώ και της Ε.Ε. αλλά αντίθετα μερικές φορές προβάλουν όλα αυτά ζητήματα ως φόβητρα για να επιβάλουν τις δικές τους πολιτικές επιλογές. Δυστυχώς αυτή η καταδίκη της Ε.Ε. και του ευρώ, όσο οξεία και να διατυπώνεται φραστικά, δεν αρκεί για να συγκροτήσει το “άλλο”…

Είναι εντυπωσιακό ότι σε αυτό το κείμενο απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στο κίνημα της 25ης Μάη, το οποίο ανέτρεψε το πολιτικό σκηνικό στη χώρα μας και επανέφερε τον λαϊκό παράγοντα στο πολιτικό προσκήνιο. Το κείμενο λοιπόν αγνοώντας προκλητικά οποιαδήποτε αναφορά στους όρους ύπαρξης και συγκρότησης του υπαρκτού μαζικού κινήματος ατενίζει το μέλλον με αφηρημένες εξαγγελίες για την “διαμόρφωση ενός ενωτικού λαϊκού ρεύματος” και καταλήγει σε ένα γενικό αντιιμπεριαλιστικό πρόσταγμα, το οποίο θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και πριν την έναρξη του 2ου παγκοσμίου πολέμου:

«Στόχος μας είναι η διαμόρφωση ενός ενωτικού λαϊκού ρεύματος που θα προτάσσει τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα και θα υπερασπίζει το δικαίωμα του λαού να καθορίζει την πορεία των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, έξω από τις δεσμεύσεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και ηγεμονικών καπιταλιστικών χωρών.»

Το γνωστό τραγουδάκι εκείνης της εποχής: «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα/ θα μας σώσει τώρα απ’ τη σκλαβιά/ κι έχει πρόγραμμα λαοκρατία/ ζήτω-ζήτω-ζήτω το ΕΑΜ», είναι πολιτικά πιο ορθό και πιο επίκαιρο, διότι επικαλείται μια σημαντική κοινωνική παρακαταθήκη, η οποία απουσιάζει από την σημερινή αριστερά: “Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα” και δηλώνει σαφώς ένα κοινωνικό όραμα “την λαοκρατία”….

Η μικροπολιτική είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε διατύπωση του κειμένου. Μερικές παραγράφους παραπάνω κάποιες εκφράσεις έχουν γραφτεί με τρόπο ώστε να μην έχουν κανένα παράπονο δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (Λαφαζάνης, ΚΟΕ κλπ) όπως αυτή:

«Γι’ αυτό και εμείς επιδιώκουμε τον κοινό αγώνα των ευρωπαϊκών λαών κόντρα στο συνασπισμένο ευρωπαϊκό κεφάλαιο με άμεσο στόχο την ανατροπή της αντεργατικής επίθεσης και ορίζοντα την υπέρβαση της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.»

και αυτή:

«Να μην περάσει το αντιδραστικό «Σύμφωνο για το Ευρώ». Να αποτραπεί η ψήφισή του από το συντονισμένο πανευρωπαϊκό αγώνα των λαών, που μπορεί να γίνει τώρα εφικτός!»

Κάποιες άλλες φράσεις κλείνουν το μάτι προς το ΚΚΕ, χρησιμοποιώντας ακόμα και την δική του φρασεολογία:

«Για λαϊκή απειθαρχία και συνολική ρήξη με την ΕΕ του κεφαλαίου»

Το χειρότερο όμως με αυτό το κείμενο είναι η ελπίδα που αφήνει ότι αυτή η Αριστερά μπορεί να κυβερνήσει! Δεν το διατυπώνει βεβαίως ρητά. Το υπονοεί όμως σαφώς, όταν περιγράφει τα πράγματα με φράσεις όπως αυτή:

«Η αιτία των λαϊκών προβλημάτων βρίσκεται στην «ιερή συμμαχία» ελληνικών κυβερνήσεων, ΕΕ, ΔΝΤ, στο «μαύρο» μέτωπό τους με το κεφάλαιο, τις τράπεζες και τις αγορές.»

Αν λοιπόν “σπάσει” αυτή η συμμαχία των ελληνικών κυβερνήσεων τα λαϊκά προβλήματα θα μπορέσουν να λυθούν. Ο κυβερνητισμός αυτής της Αριστεράς, βρίσκεται επίσης κρυμμένος πίσω από την αναπτυξιολαγνεία, η οποία είναι παρούσα σε όλες της τις εκδοχές στο διακηρυκτικό κείμενο. Αυτή η αριστερά ισχυρίζεται ότι υπάρχει και άλλη ανάπτυξη στον καπιταλισμό προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Αυτή η άλλη ανάπτυξη, είναι η ανάπτυξη εκτός ..εισαγωγικών που υπονοείται στην παρακάτω φράση:

«Η ανεργία διευρύνθηκε στις εποχές της «ανάπτυξης» και γιγαντώθηκε τώρα στις συνθήκες της κρίσης»

Αυτή η Αριστερά τρέφει τις  αυταπάτες των ιδεολογημάτων που προβάλει ο αστισμός για την ανάπτυξη. Ότι δηλαδή η οικονομία και η ανάπτυξη είναι διακριτά ζητήματα στον καπιταλισμό, γιαυτό υπάρχουν διαφορετικοί αναπτυξιακοί δρόμοι. Αυτό υπονοούν οι απόψεις για την διάλυση του “παραγωγικού ιστού της χώρας” ως ζήτημα που προσδιορίζεται από τις αστικές πολιτικές διαχείρισης και όχι από την ίδια την φύση της καπιταλιστικής οικονομίας, όπως εδώ:

“Διαλύθηκαν επίσης μια σειρά παραδοσιακοί κλάδοι, από τα ναυπηγεία μέχρι τη μεταποιητική βιομηχανία, προκαλώντας μια εκτεταμένη αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού της χώρας.”

Είναι η Αριστερά που πιστεύει ότι αν δεν έχεις βαριά βιομηχανία δεν έχεις υγιή καπιταλισμό. Και χωρίς υγιή καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρξει υγιής σοσιαλισμός. Είναι η αριστερά που πιστεύει ότι αν αναλάβει την εξουσία στο αστικό κράτος και κρατικοποιήσει τις παραγωγικές επιχειρήσεις θα κάνει σοσιαλισμό! Είναι η αριστερά που δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα ακόμα από την πτώση του υπαρκτού κομμουνισμού…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: