O Φόβος της Φωτιάς


Του Κωστή Μασούρα

«Οι κομμουνιστές παίζουν με τη φωτιά | Οσάκις το αποτόλμησαν στο παρελθόν, η ιστορία τιμώρησε τις μεθοδεύσεις και τις πρακτικές τους»

Τάδε έφη ο εκπρόσωπος τύπου του ΛΑΟΣ, σε επίσημη ανακοίνωσή του σχετικά με τις πρώτες κινητοποιήσεις του φοιτητικού κινήματος ενάντια στα μέτρα της κυβέρνησης για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ήταν η τρίτη σε σειρά δημόσια αναφορά του συγκεκριμένου κόμματος, μετά τις δύο από έδρας επιθέσεις των βουλευτών του, στα ΕΑΑΚ και την αντικαπιταλιστική Αριστερά, εντός δύο μόλις εβδομάδων.

Κι όμως οι εμφυλιοπολεμικές διαθέσεις των ακροδεξιών υποστηρικτών του Μνημονίου δε θύμιζαν στο ελάχιστο το κλίμα των προηγούμενων ημερών σχετικά με την έκβαση της ψηφοφορίας επί του νομοσχεδίου στη Βουλή. Η θριαμβολογία για την πρωτοφανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στήριξε τα μέτρα, το εύρος της πολιτικής συναίνεσης που έσπασε κάθε μεταπολιτευτικό ρεκόρ και η παθητική περιφρόνηση κάθε πολιτικής διαφωνίας, απογείωναν την αυταρέσκεια των φορέων της αστικής εξουσίας, προεξέχοντος του ΛΑΟΣ, χωρίς τα αντίβαρα κάποιων -ανάξιων αναφοράς-  “περιθωριοποιημένων μειοψηφιών”, “ιστορικών κατάλοιπων” και “πολιτικά καθυστερημένων κομματιών” της ελληνικής κοινωνίας.

Τι συνέβη και λίγες ημέρες αργότερα ενεργοποιήθηκε ο Ορθόδοξος Συναγερμός του πολιτικού συστήματος απέναντι στα εμφανιζόμενα μέχρι πρότινος ως αποκαΐδια της κομμουνιστικής “φωτιάς”;

Προσπερνώντας τη γραφικότητα των αποφάνσεων ενός ακροδεξιού κόμματος και των πολιτικών σαλτιμπάγκων που το συγκροτούν, μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία του 20ου αιώνα είναι διαφωτιστική για το ρόλο και τους όρους ανάδυσης του πολιτικού ρέυματος της άκρας Δεξιάς σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης: Το πεδίο ανάπτυξής της δεν ήταν μόνο κοινωνικό, ως εκφραστής και δημαγωγός της λαϊκής αγανάκτησης, αλλά κυρίαρχα πολιτικό, ως υπερασπιστής των ιστορικών κατακτήσεων του κεφαλαίου επί των δυνάμεων της εργασίας.

Τόσο στη Γερμανία, όσο στην Ιταλία και την Ισπανία, ο φασισμός και τα ακροδεξιά μορφώματα αποτέλεσαν, εκτός από το ιδεολογικό καταφύγιο των εξαθλιωμένων λαϊκών μαζών από την καπιταλιστική κρίση του ’30, το πολιτικό ανάχωμα και μία σταθερή εφεδρεία του κεφαλαίου και της αστικής τάξης στη φάση της παρακμής τους, που διασφάλισε την ιστορική τους επιβίωση και συνέχεια, ακριβώς στο κρίσιμο σημείο όπου ισχυρότατα εργατικά κινήματα διέγραφαν προοπτικές κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και υπέρβασης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνικής σχέσης και οργάνωσης.

Η ελληνική εμπειρία δεν είναι φτωχότερη: Οι δικτατορίες του Μεταξά και του Παπαδόπουλου αποτέλεσαν τα πολιτικά ρεύματα στα οποία ανατέθηκε από το εγχώριο και ξένο κεφάλαιο η επιχείρηση απόκρουσης των λαϊκών κινημάτων που έτειναν να ανατρέψουν τις πολιτικές επιλογές τους. Όπως και ο Καρατζαφέρης, αμφότεροι ξεκίνησαν την πολιτική τους σταδιοδρομία με μία ριζοσπαστική φρασεολογία απέναντι στο οικονομικοκοινωνικό “σύστημα”, η οποία σύντομα μετασχηματίστηκε σε ακραία επιθετική κίνηση ενάντια στις αντικαπιταλιστικές και αντιμπεριαλιστικές διαθέσεις του ελληνικού λαού.

Επί του παρόντος, η καινοτομία δε συνίσταται τόσο στη συστράτευση της άκρας Δεξιάς με τις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις στην άνευ προηγουμένου επίθεσή τους απέναντι στον κόσμο της εργασίας και της εκπαίδευσης, όσο στη χρονική στιγμή και στην πολλαπλότητα των διαστάσεων που αυτή εκδηλώνεται:

Πριν ακόμη ξεδιπλωθούν ανοιχτά οι όροι της κοινωνικής αντιπαράθεσης του φοιτητικού κινήματος με την κυβέρνηση, η άκρα Δεξιά επιχειρεί να εγείρει εκείνα τα φοβικά αντανακλαστικά, με την προσδοκία να καθηλώσει κάθε υποκείμενο της κοινωνικής αμφισβήτησης σε κατάσταση ακινησίας, παθητικοποίησης και εσωτερίκευσης των ανατρεπτικών διαθέσεών του. Και στη κατεύθυνση αυτή βλέπουμε τον τελευταίο καιρό να επιστρατεύεται όλο το ιδεολογικό οπλοστάσιο του πολιτικού συντηρητισμού:

Άλλοτε η νουθεσία και η προεικόνιση της αποτυχίας με την υπενθύμιση μίας επώδυνης ήττας του παρελθόντος, άλλοτε η ταπείνωση και η προσβολή με την υπονόηση του περιθωριακού πλαισίου μέσα στο οποίο δήθεν βρίσκεται ο ταξικός αντίπαλος, μέχρι και η υιοθέτηση της ορολογίας και της επιχειρηματολίας του, προκειμένου να πειστεί για την πολιτικό αδιέξοδο των θεωριών και των πρακτικών του, πριν ακόμη τις αποτολμήσει στο σύγχρονο πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης.

Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Μάκη Βορίδη στη συνεδρίαση της ολομέλειας της Βουλής επί του ν/σ για την Παιδεία, ο οποίος, σε αντιδιαστολή με τον Άδωνι Γεωργιάδη που παρουσιάζει τους αγωνιστές των ΕΑΑΚ ως μιάσματα (“απλυτους με τούφες” και αλεργία στο “νερό”), επιχειρεί να ερμηνεύσει τις επιλογές του κόμματός του με…. γκραμσιανούς (!) όρους, ομολογώντας ότι η βασική προσδοκία των πλειοψηφούντων της Βουλής με την εφαρμογή του νόμου Διαμαντοπούλου δεν άπτεται σε πρακτικά αποτελέσματα, αλλά στο ξερίζωμα της πολιτικής παρακαταθήκης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στο φοιτητικό κι εργατικό κίνημα, από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.

Τόσο όμως η ανάλυση της ιστορίας, όσο και των πρόσφατων ιδεολογικών παλλινδρομήσεων των ακροδεξιών φορέων της αστικής πολιτικής υπαγορεύουν ότι η απόπειρα τους να προκαλέσουν την ανασφάλεια στον “από κάτω” απέναντι στις επιλογές των ισχυρών, το φόβο στον αγωνιστή απέναντι στην αναπόδραστη ήττα του, τη νευρικότητα στον αριστερό απέναντι στο ανεκπλήρωτο των αγώνων του και την αίσθηση αδυναμίας στο δημιουργό του ιστορίας απέναντι στο τετελεσμένο, δεν αποτυπώνει τίποτα άλλο, παρά ένα κάτοπτρο της συλλογικής ψυχοδυναμικής του κεφαλαίου:

Την ανασφάλεια ότι δεν πρόκειται να απαλλαγεί ποτέ από την ύπαρξη των δυνάμεων που τείνουν να το ανατρέψουν. Το φόβο ότι καμία ιστορική επικράτησή του επί των δυνάμεων της εργασίας και της κοινωνικής απελευθέρωσης δεν ήταν οριστική. Τη νευρικότητα των εκπροσώπων του απέναντι στην επιμονή του κοινωνικού φαινομένου της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος να εμφανίζεται σε κάθε σταυροδρόμι της σύγχρονης ιστορίας, παρά τις διώξεις, τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τις ιστορικές συντριβές, τις ήττες και τα λάθη του. Και τέλος την αίσθηση της πολιτικής αδυναμίας της αστικής τάξης απέναντι στην ιστορία των λαών, την ιστορία την ίδια δηλαδή, που δεν εξασφάλισε στην καπιταλιστική εξουσία ούτε ένα απάγκιο, ούτε ένα πειστικό σενάριο ευδαιμονίας, έστω μία μακρόπνοη ψευδαίσθηση για τους υφιστάμενούς της, ότι “τώρα δέσαμε”.

Για την ακρίβεια, μόλις ξεκινήσαμε. Πάλι.

ημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ στις 9.11.2011)

Advertisements

One response to “O Φόβος της Φωτιάς

  1. Νικος Τακης 15/09/2011 στο 12:22 πμ

    To βαθμολόγησα ήδη με 5 *
    Το συνυπογράφω απόλυτα .Αλλά
    Πές μου σε παρακαλώ πως θα το καταλάβει κάποιος που είναι τελείως έξω από αυτή τη γλώσσα -όχι τη λογική ίσως –
    Έκανα μια προσπάθεια με τη γυναίκα μου και απέτυχε τελείως.
    Καλή βέβαια η σωστή χρήση της γλώσσας και προσωπικά μου αρέσει , μήπως όμως θα πρέπει να σκέφτόμαστε πως δεν θα πρέπει να νομίζουμε ότι απευθυνόμαστε μόνο σε κομματικό ή ακαδημαικό ακκροατήριο?
    Για του λόγου το αληθές διάβασε σε παρακαλώ ξανά το παρακάτω απόσπασμά σου.

    Τόσο όμως η ανάλυση της ιστορίας, όσο και των πρόσφατων ιδεολογικών παλλινδρομήσεων των ακροδεξιών φορέων της αστικής πολιτικής υπαγορεύουν ότι η απόπειρα τους να προκαλέσουν την ανασφάλεια στον “από κάτω” απέναντι στις επιλογές των ισχυρών, το φόβο στον αγωνιστή απέναντι στην αναπόδραστη ήττα του, τη νευρικότητα στον αριστερό απέναντι στο ανεκπλήρωτο των αγώνων του και την αίσθηση αδυναμίας στο δημιουργό του ιστορίας απέναντι στο τετελεσμένο, δεν αποτυπώνει τίποτα άλλο, παρά ένα κάτοπτρο της συλλογικής ψυχοδυναμικής του κεφαλαίου:

    Έχω την αίσθηση πως ένας από τους λόγους της αυξανόμενης απήχησης του ΛΑΟΣ είναι και η χρήση απλής γλώσσας παρά την προβαλόμενη αρχαιοφροσύνη μερικών εξ αυτών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: