H έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση


Tο σχολείο που οραματίζεται ο ΟΟΣΑ είναι ένα σχολείο διαρκών εξετάσεων, ποσοτικών δεδομένων, ταξινομήσεων και δεικτών μέτρησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο κρατικός έλεγχος στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης, με σκοπό τον προσανατολισμό των εκπαιδευτικών διαδικασιών, συνολικά, στις ανάγκες του κεφαλαίου.

Του Γιώργου Καλημερίδη*

Στις αρχές Αυγούστου, κυκλοφόρησε η έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση με τον τίτλο «Μαθητές με υψηλή απόδοση και επιτυχημένοι μεταρρυθμιστές στην εκπαίδευση». Η έκθεση αποτελεί μέρος των συνολικών προτάσεων του ΟΟΣΑ για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και των αναγκαίων μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο δημόσιο τομέα και τις αγορές εργασίας για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης. Άρα, οι εκπαιδευτικές προτάσεις του ΟΟΣΑ θα πρέπει να εξεταστούν μέσα από το πρίσμα της γενικής πολιτικής που προτείνουν διεθνείς καπιταλιστικοί οργανισμοί για τη συνολική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού.

Από αυτήν άποψη, η εκπαιδευτική παρέμβαση του ΟΟΣΑ έχει και συγκεκριμένη πολιτική στόχευση και ταξικό πρόσημο, παρά την προσπάθεια να  εμφανιστεί, η τελευταία, με όρους απλής προβολής αυτονόητων μεταρρυθμιστικών πρακτικών που η ανωτερότητά τους έχει κριθεί από την επιτυχημένη εφαρμογή τους σε μια σειρά από χώρες. Η συγκεκριμένη έκθεση, αφενός παρέχει διεθνή νομιμοποίηση στην κυβερνητική επίθεση στο δημόσιο σχολείο, σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ταξική αντιπαράθεση στο εκπαιδευτικό πεδίο, η οποία χαρακτηρίζεται από την ψήφιση του νόμου για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και από την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και αφετέρου λειτουργεί τροχιοδεικτικά, προετοιμάζοντας πολιτικά και ιδεολογικά το έδαφος για την προώθηση συνολικότερων ανατροπών στην κατεύθυνση του σχολείου και του πανεπιστημίου της αγοράς.

Ο ΟΟΣΑ προβάλλει ένα συνολικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η ανασυγκρότηση της δομής και των μορφών κρατικού ελέγχου της εκπαίδευσης, με βάση τις αρχές του ιδιωτικοοικονομικού μάνατζμεντ, με σκοπό την εφαρμογή πολιτικών μείωσης του κόστους της παρεχόμενης εκπαίδευσης και ενίσχυσης της ικανότητας του αστικού κράτους να ελέγχει το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης με στόχο την ανταπόκριση των εκπαιδευτικών διαδικασιών στις ανάγκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας. Άρα, δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιες επιμέρους αντιλαϊκές-αντιεκπαιδευτικές  ανατροπές, αλλά με μια προσπάθεια συνολικής αλλαγής «εκπαιδευτικού παραδείγματος», καθώς το «νέο» σχολείο οφείλει, όχι μόνο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και της αγοράς, αλλά και να υιοθετήσει στο εσωτερικό του, τις ίδιες αρχές της επιχειρηματικότητας και του αγοραίου ανταγωνισμού.

Υποχρηματοδότηση – σχολική «αυτονομία» και επιθεωρητικός έλεγχος.

Η έκθεση προσδιορίζει, εξαρχής, το γενικό πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών της προτεραιοτήτων για την ελληνική εκπαίδευση, πλαίσιο που συγκροτεί ταυτόχρονα και μια συγκεκριμένη στρατηγική αναδιάρθρωσης. Σε περίοδο κρίσης το βασικό ζητούμενο για τους συντάκτες της έκθεσης είναι η αντιμετώπιση των «δυσλειτουργιών» του συστήματος, δηλαδή η συνολική του αποδοτικότητα σε σχέση με τις ανάγκες του κεφαλαίου και τους περιορισμούς της δημοσιονομικής πειθαρχίας και μόνο προοπτικά, εφόσον υπάρξει ανάκαμψη ο στόχος θα πρέπει να είναι η ουσιαστική επένδυση στην εκπαίδευση. Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο ΟΟΣΑ αποδέχεται την προώθηση των συγχωνεύσεων –καταργήσεων σχολικών μονάδων, την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και την ανάγκη να αυξηθεί η αναλογία των μαθητών ανά τάξη και το εργασιακό ωράριο των εκπαιδευτικών, χωρίς να διερευνά, παρά το επιστημονικοφανές ύφος της έκθεσής του, τις συνέπειες ενός τέτοιου προγράμματος από την άποψη της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης και  των μορφωτικών ανισοτήτων.

Η αποδοχή της υποχρηματοδότησης δε σχετίζεται, ωστόσο, μόνο με το ζήτημα της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης. Συγκροτεί και μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής πειθάρχησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων στους στόχους της κρατικής πολιτικής για την εκπαίδευση. Οι περιορισμένοι πόροι και κυρίως η ανταγωνιστική χρηματοδότηση, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (ανταπόκριση σε συγκεκριμένους στόχους μάθησης ―«επιτυχημένη» αξιολόγηση, αυξημένες εγγραφές μαθητών κτλ) διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον στην κατεύθυνση της κάμψης των συλλογικών αντιστάσεων και της παράλληλης εμπέδωσης επιχειρηματικών συμφερόντων στην παροχή και διεύθυνση του δημόσιου σχολείου. Ταυτόχρονα, προωθείται  μια ιδεολογία χαμηλών προσδοκιών γύρω από το τι πρέπει να περιμένει η κοινωνία από το δημόσιο τομέα γενικά, μετατρέποντας την εκπαίδευση από συλλογικό αγαθό, σε ζήτημα ατομικής ευθύνης, σωστών επιλογών και υπεύθυνης ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του συστήματος.

Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται η διαχειριστική αυτονομία των σχολικών μονάδων. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, οι προϋπολογισμοί, η πρόσληψη προσωπικού και η επιμόρφωσή του θα πρέπει να αποκεντρωθούν άμεσα στο πεδίο του σχολείου ή αντίστοιχα σε συμπλέγματα/ ενότητες σχολικών μονάδων ανά περιοχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί το κατάλληλο μέγεθος κάθε σχολικής μονάδας και ο «ορθολογικός» τρόπος χρήσης του εκπαιδευτικού προσωπικού. Προοπτικά, η χρηματοδότηση κάθε σχολείου θα πρέπει να βασίζεται στο αριθμό των εγγραφών του, έτσι ώστε να προωθηθεί ο ανταγωνισμός των σχολείων μεταξύ τους για την προσέλκυση «πελατών», δηλαδή των γονιών και των παιδιών τους. Με αυτό τον τρόπο τα «καλά» σχολεία με υψηλές αποδόσεις θα αμείβονται με υψηλότερες εγγραφές, άρα και χρηματοδότηση, ενώ τα λιγότερο επιτυχημένα θα υποχρηματοδοτούνται, θα χάνουν εγγραφές και προοπτικά θα συγχωνεύονται ή θα καταργούνται. Κεντρική φιγούρα στο νέο αυτό τρόπο οργάνωσης της εκπαίδευσης είναι ο διευθυντής μάνατζερ που με τις κατάλληλες ικανότητες διοίκησης εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα της κάθε σχολικής μονάδας, αναζητεί επιπρόσθετους πόρους –χορηγίες, διασφαλίζει την πειθαρχία του εκπαιδευτικού προσωπικού στο «επιχειρησιακό πλάνο ανάπτυξης» του σχολείου και προσπαθεί να προσελκύσει «πελάτες» για το σχολείο του.

Η διαχειριστική αυτονομία, συνεπώς, των σχολικών μονάδων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ταξική διαφοροποίηση των σχολείων, την επιβολή του ανταγωνισμού ως βασικής αρχής για την οργάνωση των εκπαιδευτικών πρακτικών και τη διαμόρφωση μιας συγκαλυμμένης εκπαιδευτικής αγοράς που επιβραβεύει τα «επιτυχημένα» σχολεία, τα οποία βρίσκονται πάντα σε μεσοαστικές περιοχές με αντίστοιχη μαθητική σύνθεση. Η αγορά και το επιχειρηματικό μάνατζμεντ ανάγονται, εν ολίγοις, σε κανονιστικές αρχές ρύθμισης όλου του εκπαιδευτικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο, τα μορφωτικά δικαιώματα επαναπροσδιορίζονται, με όρους αποτελεσματικών καταναλωτικών επιλογών μέσα στο πλαίσιο των διαφοροποιημένων σχολικών αγορών.

Η διαχειριστική αυτονομία των σχολικών μονάδων προϋποθέτει και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών και τον αυστηρό επιθεωρητικό έλεγχο της εργασίας τους. Η αλλαγή στο καθεστώς προσλήψεων (με βάση συνεντεύξεις –πλάνα μαθημάτων, κατάθεση αιτήσεων πρόσληψης ανά σχολείο), η  ανανέωση της επάρκειας των πανεπιστημιακών τίτλων κάθε εκπαιδευτικού μετά από ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της επιμόρφωσης με τους στόχους του νέου σχολείου και την επαγγελματική εξέλιξη των εκπαιδευτικών, η συσχέτιση της αξιολόγησης των μαθητών με το εκπαιδευτικό έργο και ο ατομικός μισθός που θα υπολογίζεται με βάση την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων προσδιορίζουν ένα εξοντωτικό εργασιακό περιβάλλον, με ανταγωνιστικές σχέσεις στο εσωτερικό των ίδιων των εκπαιδευτικών και με πιθανή την προοπτική των απολύσεων, μετά από συνεχείς αρνητικές αξιολογήσεις. Ο «επιτυχημένος» εκπαιδευτικός θα είναι αυτός που θα έχει εκείνες τις διδακτικές δεξιότητες για να μετατρέψει στους γενικούς στόχους του αναλυτικού προγράμματος σε συγκεκριμένα μετρήσιμα αποτελέσματα, χωρίς να διερευνά, απαραίτητα, το περιεχόμενο και τις ιδεολογικές προϋποθέσεις αυτών των γενικών στόχων.

Αξιολόγηση – τυποποίηση και ποσοτικοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η φιλελευθεροποίηση σε επίπεδο εργασιακών σχέσεων και η διαχειριστική αποκέντρωση, που προβάλλει ο ΟΟΣΑ, συνοδεύονται από προτάσεις για την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στο πεδίο του αναλυτικού προγράμματος. Ειδικότερα, προτείνουν τη γενίκευση της αυτο-αξιολόγησης, η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί παράλληλα από ένα εξωτερικό σύστημα πολλαπλών ελέγχων και αξιολογήσεων. Θα πρέπει να καθιερωθεί ο εξωτερικός έλεγχος των σχολικών μονάδων από ειδικό σώμα επιθεωρητών κάθε τέσσερα χρόνια και να επιβληθούν εξωτερικές τυποποιημένες αξιολογήσεις μαθητών, σε βασικά στάδια της εκπαίδευσης τους, στα μαθήματα της γλώσσας, των μαθηματικών και των επιστημών, αξιολογήσεις οι οποίες θα πρέπει να συνδέονται άμεσα με την εκτίμηση του έργου τόσο των εκπαιδευτικών, όσο και των σχολείων. Ευρύτερα, προβάλλεται η αναγκαιότητα να υπάρξουν συγκεκριμένα ποσοτικά δεδομένα για κάθε διάσταση της σχολικής και διδακτικής πράξης, προκειμένου να ελέγχεται ο βαθμός επίτευξης των κεντρικών στόχων του αναλυτικού προγράμματος, δεδομένα τα οποία θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, συγκροτώντας, παράλληλα, την «αντικειμενική» βάση της γονικής επιλογής σχολείου και της κρατικής επιβράβευσης των «πετυχημένων» σχολείων και εκπαιδευτικών.

Κατά συνέπεια το σχολείο που οραματίζεται ο ΟΟΣΑ είναι ένα σχολείο διαρκών εξετάσεων, ποσοτικών δεδομένων, ταξινομήσεων και δεικτών μέτρησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο κρατικός έλεγχος στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης, με σκοπό τον προσανατολισμό των εκπαιδευτικών διαδικασιών, συνολικά, στις ανάγκες του κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, αυτή η εμμονή στο ποσοτικό και στα «αντικειμενικά» δεδομένα, ανάγει τα ζητήματα που σχετίζονται με τη σχολική γνώση σε προβλήματα απλής διαχείρισης δεδομένων και αντικειμενικών αξιολογήσεων, έξω από συμφέροντα, συγκρούσεις και ταξικές σχέσεις εξουσίας και ιδεολογικής κυριαρχίας. Η εξεταστικοκεντρική, τεχνοκρατική οπτική του ΟΟΣΑ επιδιώκει να νομιμοποιήσει συγκεκριμένες ταξικά καθοριζόμενες επιλογές στο αναλυτικό πρόγραμμα ως τις μόνες δυνατές και εφαρμόσιμες.

Σε μια άλλη συγκυρία, η έκθεση του ΟΟΣΑ θα ήταν μια ακόμη έκθεση γνωστών νεοφιλελεύθερων και νεοσυντηρητικών εκπαιδευτικών θέσεων. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος των προτάσεων του υλοποιείται ήδη από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Υπό αυτή την έννοια, η συγκεκριμένη έκθεση προσδιορίζει τους όρους της ταξικής αντιπαράθεσης στο μορφωτικό πεδίο, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς και ιδιαίτερα της επαναστατικής και ριζοσπαστικής πτέρυγάς της.

* Ο Γιώργος Καλημερίδης είναι δάσκαλος, εκλεγμένος με τις Παρεμβάσεις ΠΕ στο ΔΣ του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Σύρου, Τήνου και Μυκόνου

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ (18.9.2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: