Ευρώ: κοινό νόμισμα ανάπτυξης και ευημερίας ή θερμοκήπιο κρίσης;


του Σ. Κοντογιάνη*

Για την εργατική τάξη και τους φτωχούς η ένταξη της Ελλάδα στην Ευρωζώνη έχει μετατραπεί σήμερα σε κόλαση και εφιάλτη -και ας προσπαθεί η Καθημερινή να μας πείσει (25.9.2011) ότι 2 στους 3 Έλληνες εξακολουθούν να εμπιστεύονται το Ευρώ.

Οι φοβερές “θυσίες” των Μνημονίων, των Μεσοπρόθεσμων Προγραμμάτων και των Εφαρμοστικών Νόμων δεν επιβάλλονται μόνο στο όνομα της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους αλλά και της υπεράσπισης της θέσης της χώρας εντός της Ευρωζώνης.

Το άρθρο του Κώστα Σημίτη στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής (2.10.2011) είναι χαρακτηριστικό: σπέρνουν αυταπάτες, γράφει ο Σημίτης, όσοι λένε ότι η Ελλάδα δεν κινδυνεύει με έξωση από την Ευρωζώνη. Και αν αναγκαστούμε να επιστρέψουμε στη δραχμή, αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για το βιοτικό μας επίπεδο.

 

Το ίδιο μήνυμα επαναλαμβάνουν μήνες τώρα  απαράλλαχτο όλα σχεδόν τα στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας μας -από τον Δασκαλόπουλο (ΣΕΒ) και τον Στουρνάρα (ΙΟΒΕ) μέχρι τον Καραμούζη (EFG) και τον Μυτιληναίο. Η “νέα δραχμή”, λένε, θα υποτιμηθεί τουλάχιστον κατά 50% (ο Σημίτης μιλάει για 75% -από τις 340 δραχμές/Ευρώ το 2002 στις 600 σήμερα, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν τις προβλέψεις του Ρουμπίνι που ανεβάζει την υποτίμηση στο 120%), η Ελλάδα θα αποκοπεί από κεφάλαια, συνάλλαγμα, ανταλλακτικά, καύσιμα και πρώτες ύλες, η ανεργία θα φουντώσει και η φτώχια και η εξαθλίωση θα τιναχτούν στα ουράνια.

 

 

 

Προφανώς οι εκτιμήσεις αυτές εμπεριέχουν μια μεγάλη δόση προπαγάνδας και τρομοκρατίας. Αλλά ταυτόχρονα εκφράζουν και τη βαθιά αγονία της άρχουσας τάξης απέναντι σε ένα σενάριο που η ίδια αντιμετωπίζει σαν απόλυτα καταστροφικό.

 

 

 

Η ένταξη στην Ευρωζώνη αποτελούσε -και συνεχίζει να αποτελεί- στρατηγική επιλογή για την άρχουσα τάξη. Μια στρατηγική επιλογή που η εργατική τάξη, οι αγρότες και τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού πλήρωσαν πολύ ακριβά την περίοδο της “σύγκλισης”. Και μια στρατηγική επιλογή που συνεχίζουμε να πληρώνουμε πολύ ακριβά σήμερα, στην περίοδο της κρίσης.

 

 

 

Για την ίδια την άρχουσα τάξη η επιλογή της ένταξης στην Ευρωζώνη αποδείχτηκε, για μια μεγάλη τουλάχιστον περίοδο, πάνω από επιτυχημένη.

 

 

 

Ο ελληνικός καπιταλισμός έζησε μέσα στα επτά περίπου χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στην εισαγωγή του Ευρώ και την κατάρρευση της Λήμαν Μπράδερς ένα μικρό οικονομικό θαύμα.

 

 

 

Από το 2000 μέχρι το 2008 η ελληνική οικονομία μεγεθυνόταν με ρυθμούς κατά μέσο όρο σχεδόν 4% το χρόνο. Την ίδια περίοδο η ανάπτυξη στη Γαλλία ήταν μόλις 1.7%, στη Γερμανία 1.6% και στην Ιταλία 1.2% (οι υπολογισμοί στηρίζονται στα στοιχεία του World Factbook της CIA). Από τις χώρες της Ευρωζώνης μία μόνο είχε να επιδείξει μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης μέσα σε αυτή την περίοδο: η Ιρλανδία, ο Κέλτικος Τίγρης

 

 

 

Αυτό το “μίνι” οικονομικό θαύμα συνοδεύτηκε από μια εξίσου εντυπωσιακή ροή ξένων κεφαλαίων προς τη χώρα μας. Οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (FDI) -ένα νούμερο που δεν περιλαμβάνει τα κεφάλαια που καταλήγουν για αγορά μετοχών στο χρηματιστήριο- έφτασαν στην περίοδο 2003-2010 στα 36 δισεκατομμύρια Ευρώ. Από αυτά το μεγαλύτερο κομμάτι επενδύθηκε, για προφανείς λόγους όπως θα φανεί παρακάτω, σε δυο μόνο κλάδους: στις τράπεζες και τις τηλεπικοινωνίες.

 

 

 

Τα στοιχεία αυτά καταρρίπτουν δυο διαδεδομένες θεωρίες για την ελληνική κρίση.

 

 

 

Πρώτον την προπαγάνδα της ίδιας της κυβέρνησης που ισχυρίζεται ότι φτάσαμε εδώ λόγω ελλείμματος ανταγωνιστικότητας. Την “θεωρία”, δηλαδή, του Ρέσλερ (Philip Roesler, o αντικαγκελάριος της Μέρκελ) που ήρθε στην Ελλάδα την περασμένη βδομάδα με ένα κλιμάκιο από Γερμανούς επιχειρηματίες για να μας πει ότι πρέπει να πηγαίνουμε μια ώρα πιο νωρίς στη δουλειά και να φεύγουμε δυο ώρες αργότερα αν θέλουμε να ορθοποδήσει ξανά η χώρα. Η Ελλάδα δεν έπεσε θέμα της «καθυστέρησής» της. Η ελληνική κρίση είναι κομμάτι της συστημικής κρίσης -μιας κλασσικής καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης που έχει τις ρίζες της πίσω στην «πετρελαϊκή» κρίση της δεκαετίας του 1970- που ταλανίζει τα τελευταία χρόνια τον καπιταλισμό παγκόσμια. Το επίκεντρο της κρίσης δεν βρίσκεται στις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά στις αναπτυγμένες: ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και όχι από τη Νοτιοανατολική Ασία όπως είχε ξεκινήσει η κρίση του 1997. Η Ελλάδα είναι θύμα της ίδιας της της επιτυχίας.

 

 

 

Δεύτερον την θεωρία της στρεβλής ανάπτυξης -που δυστυχώς έχει μεγάλη απήχηση και μέσα στην ίδια την αριστερά. Τη θεωρία που λέει ότι τα προβλήματα της Ελλάδας οφείλονται από τη μια σε μια ανίκανη, ξενόδουλη, ξεπουλημένη στους Γερμανούς κλπ αστική τάξη και από την άλλη σε ένα διεφθαρμένο πελατειακό πολιτικό σύστημα. Άρα αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια τίμια αριστερή κυβέρνηση που θα απαναθεμελιώσει τον ελληνικό καπιταλισμό σε υγιείς βάσεις, θα επαναδιαπραγματευθεί με σθένος το χρέος με τους διεθνείς πιστωτές μας και θα ξαναβάλει τη χώρα στην τροχιά της ανάπτυξης. Αυτό που χρειάζεται δηλαδή, για να το πω επιγραμματικά, είναι ένας Έλληνας Κίρχνερ (ο πρόεδρος που ανέλαβε την διακυβέρνηση της Αργεντινής μετά τη χρεοκοπία του 2002).

 

 

 

Ένα από τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι οπαδοί και των δυο θεωριών -και του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας και της στρεβλής ανάπτυξης- για να στηρίξουν τις απόψεις τους είναι η «αποβιομηχάνιση της χώρας». Η αποβιομηχάνιση, είναι κατ’ αρχήν, ένα από τα αγαπημένα επιχειρήματα του Πρετεντέρη -και του κάθε Πρετεντέρη: δεν παράγουμε τίποτα, λένε, ζούμε με δανεικά. Αν διώξουμε την Τρόικα, αν απομονωθούμε από τους πιστωτές μας θα πεινάσουμε.

 

 

 

Πρόκειται για ψέμα. Η Ελλάδα είναι μια από τις πιο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Στο ερώτημα “τι παράγουμε” υπάρχει μια απλή και καθαρή απάντηση: προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 28.500 δολαρίων κατά κεφαλή (στοιχεία του ΔΝΤ, 2010) το χρόνο, ένα νούμερο που μεταφράζεται (παρά την πτώση του 2009 και του 2010) σε 305 δις $ το χρόνο και κατατάσσει την Ελλάδα στην 32 θέση των πλουσιότερων χωρών του κόσμου. Μπορεί η Ελλάδα να μην έχει πλέον πχ. αυτάρκεια σε τρόφιμα (όπως είχε τη δεκαετία του ’60 και του ’70). Αλλά αναπτυγμένη χώρα -και ειδικά μικρή αναπτυγμένη χώρα- σημαίνει και χώρα ενταγμένη βαθειά και με υψηλή εξειδίκευση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Και η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη  συνοδεύτηκε από μια τρομαχτική εξειδίκευση: η άρχουσα τάξη (κατά κανόνα οικειοθελώς, στα πλαίσια των συμφωνιών με τις άρχουσες τάξεις των εταίρων «μας») αποσύρθηκε από διάφορους τομείς στους οποίους τα «συγκριτικά της πλεονεκτήματα» ήταν ανύπαρκτα ή μικρά για να επικεντρωθεί στους τομείς που θεωρούσε ότι θα της αποφέρουν τα μεγαλύτερα κέρδη. Έτσι «κατακτήσαμε» τα 28.500 δολάρια κατά  κεφαλή εισόδημα το χρόνο.

 

 

 

Το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της παραγωγής, ένα 76%, είναι αλήθεια, είναι σε υπηρεσίες. Η βιομηχανική παραγωγή είναι υπεύθυνη «μόνο» για το 21%. Αλλά αυτά τα νούμερα δεν είναι και πολύ διαφορετικά από ότι είναι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Γερμανία, το εργοστάσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί το 27% του ΑΕΠ. Στη Βρετανία το 24%. Μία μόνο χώρα της Ευρωζώνης έχει επίπεδα βιομηχανικής παραγωγής κινεζικού επιπέδου -η Ιρλανδία με ένα 46%. Αλλά αυτό, όπως είναι γνωστό, δεν την έσωσε ούτε από την κρίση, ούτε έσωσε τους εργάτες από τα νύχια του ΔΝΤ .

 

 

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι η στροφή από την αγροτική και την βιομηχανική (ή βιοτεχνική) παραγωγή προς τις υπηρεσίες δεν είναι πραγματική στην Ελλάδα. Είναι, στα πλαίσια του καταμερισμού εργασίας, πολύ πραγματική. Αλλά είναι αποτέλεσμα μιας τάσης που κυριαρχεί στις αναπτυγμένες χώρες εδώ και τριάντα χρόνια. Είναι μια τάση που ακούει στο όνομα “θαστερισμός”.

 

 

 

Η Θάτσερ αφάνισε τη δεκαετία του 1980 κυριολεκτικά την βρετανική βιομηχανία -έκλεισε τα ανθρακωρυχεία, τα ναυπηγεία, την αυτοκινητοβιομηχανία κλπ -όχι φυσικά γιατί η Σιδηρά Κυρία ήταν ξεπουλημένη στα αμερικανικά ή στα γερμανικά συμφέροντα αλλά γιατί ολόκληρος ο Βρετανικός καπιταλισμός έκανε την επιλογή της στροφής από την βιομηχανική παραγωγή στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Για να το πούμε και πάλι επιγραμματικά, η Θάτσερ έκλεισε την British Leyland για να μετατρέψει το City του Λονδίνου στον παγκόσμιο κόμβο των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.

 

 

 

Ο πρωτεργάτης αυτής της στροφής εδώ στην Ελλάδα ήταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1991-93). Ο στόχος που έμπαινε, η νέα «Μεγάλη Ιδέα», ήταν να μετατραπεί η Αθήνα στον χρηματοπιστωτικό κόμβο των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Ήταν η εποχή που το τείχος του Βερολίνου είχε μόλις πέσει, ο Ψυχρός Πόλεμος είχε κλείσει με την επικράτηση της Δύσης και οι νικητές είχαν ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου για την λεηλασία των ηττημένων. Η στροφή αυτή ολοκληρώθηκε, με επιτυχία, την περίοδο του Σημίτη, με την επέκταση των ελληνικών τραπεζών από τα Τίρανα και τη Σόφια μέχρι την Άγκυρα και το Βελιγράδι. Ότι δεν πέτυχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον στρατό το 1922, το πέτυχε το τραπεζικό σύστημα (και μαζί του και ο ΟΤΕ, η Ιντρακόμ, η Ιντραλότ κλπ) επί Σημίτη: η  Ελλάδα έγινε, επιχειρηματικά τουλάχιστον, πραγματικά η χώρα των δυο ηπείρων και των πέντε  θαλασσών.  Προϊόν αυτής της στροφής ήταν το “μίνι οικονομικό θαύμα” της δεκαετίας του 2000.

 

 

 

Το Ευρώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιτυχία. Γιατί είναι προφανές ότι δεν μπορείς να γίνεις το City των Βαλκανίων με την δραχμούλα της μόνιμης διολίσθησης και της υποτίμησης.

 

 

 

Την εποχή του Μητσοτάκη και του Σημίτη οι φωνές που μιλούσαν για “κερδοσκοπία” ήταν λίγες και περιθωριακές. Σήμερα όλοι ξέρουν πια ότι το ελληνικό “οικονομικό θαύμα” δεν ήταν παρά μια φούσκα, μια “μίνι” φούσκα στη σκιά της μεγάλης φούσκας των χρηματιστηρίων, της νέας τεχνολογίας και των ακινήτων που μαινόταν στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και τους άλλους χρηματοπιστωτικούς κόμβους του αναπτυγμένου κόσμου. Και όπως ήταν φυσικό έσκασε με πάταγο λίγους μήνες μετά την κατάρρευση τον Σεπτέμβρη του 2008 της Λήμαν Μπράδερς.

 

 

 

Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται -σε πείσμα των  αλλεπάλληλων προβλέψεων μιας επικείμενης  ανάκαμψης- και πάλι αντιμέτωπη με την προοπτική μιας νέας βαθειάς ύφεση. Αυτή τη φορά, όμως, ο καπιταλισμός είναι σε πολύ δυσκολότερη θέση να την αντιμετωπίσει. “Ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχω δει τους ηγέτες της Ευρώπης τόσο τρομοκρατημένους” έγραφε πριν λίγες μέρες, ύστερα από την τελευταία σύνοδο κορυφής των Βρυξελών, ο Βόλφγακνκ Μύνχαου (σχολιαστής των FT). Η άρχουσα τάξη έχει ξεμείνει και από όπλα και από πολεμοφόδια και από ιδέες.

 

 

 

Τα τρισεκατομμύρια δολάρια που έριξαν οι κυβερνήσεις τα προηγούμενα χρόνια στην οικονομία -για την διάσωση κύρια του τραπεζικού συστήματος- κατάφεραν να απομακρύνουν, για λίγο, τον άμεσο κίνδυνο ενός ντόμινο χρεοκοπιών και καταρρεύσεων αλλά το τίμημα αποδείχτηκε πολύ βαρύ: η διάσωση του προβληματικού τραπεζικού συστήματος με δημόσιο χρήμα μετέτρεψε τις ίδιες τις χώρες  δεκάδες χώρες σε προβληματικές.

 

 

 

Η Κριστίν Λαγκάρντ (πρώην υπουργός οικονομικών του Σαρκοζί και νυν “αφεντικό” του ΔΝΤ) σε ένα άρθρο της στους Financial Times τον Αύγουστο παραδέχτηκε ανοιχτά ότι η προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας ανέβασε μέσα στα τρία χρόνια κατά μέσο όρο τα δημόσια χρέη των αναπτυγμένων χωρών κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες. Με τα δημόσια χρέη στα σημερινά ύψη,  μια επανάληψη της συνταγής του 2008 μοιάζει με καθαρή αυτοκτονία. Και οι ιδέες που πέφτουν στο τραπέζι -κούρεμα του δημόσιου χρέους, επέκταση της ποσοτικής χαλάρωσης από τις Κεντρικές Τράπεζες (τύπωμα χρήματος δηλαδή), ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με το κόλπο της «μόχλευσης» γίνονται ολοένα και πιο παρανοϊκές. «Είναι σαν να γεμίζεις ένα κουτί με εκρηκτικά και να το κλωτσάς στο δρόμο» έγραφε για τα τελευταία ευρωπαϊκά «σχέδια» ο Μύνχαου στους Financial Times. “Βρισκόμαστε πλέον σε ένα στάδιο της κρίσης όπου ο κόσμος γίνεται πραγματικά απελπισμένος».

 

 

 

Εδώ στην Ελλάδα, η αντικαπιταλιστική αριστερά επέμενε (και επιμένει) από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η σημερινή κρίση να μιλάει για κρίση “συστημική”. Λύσεις στα πλαίσια του συστήματος που να μην στηρίζονται σε κάποια βάρβαρη αλλαγή στην διανομή του παραγόμενου προϊόντος σε βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών δεν υπάρχουν. Η κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης που μπορεί να “ξεπεραστεί” μόνο με δυο τρόπους: η με την μαζική καταστροφή κεφαλαίου ή με μια μεγάλη ανόρθωση της κερδοφορίας που θα στηριχτεί σε μια εξίσου μεγάλη αύξηση της εκμετάλλευσης. Αυτές οι «λύσεις» οδήγησαν τη δεκαετία του 1930 στα μεσάνυχτα της ιστορίας. Αργά ή γρήγορα εκεί θα μας οδηγήσουν και σήμερα, αν τους αφήσουμε, οι «λύσεις» τους.

 

 

 

Το πρόβλημα δεν είναι με κανέναν τρόπο καθαρά οικονομικό: ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές λύσεις -η παύση πληρωμών, η έξοδος από το Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κρατικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας- δεν πρόκειται να σταματήσουν αυτό τον καταστροφικό κατήφορο αν δεν στηριχτούν στο δεύτερο σκέλος της αντικαπιταλιστικής πρότασης: στον εργατικό έλεγχο. Και αυτή η λύση δεν μπορεί να έρθει ομαλά, από τα πάνω. Δεν μπορεί να έρθει από έναν “Έλληνα Κίρχνερ” -από μια ριζοσπαστική αριστερή κυβέρνησης που θα ξαναφέρει, όπως ο Κίρχνερ το 2003, τη χώρα στην τροχιά της ανάπτυξης. Το παράδειγμα της ίδιας της Αργεντινής είναι διδακτικό.

 

 

 

Στην Αργεντινή η αποσύνδεση του πέσο από το δολάριο και η (οριστική) χρεοκοπία δεν επιβλήθηκε από τον Κίρχνερ αλλά από τον Ντουάλτε, τον προκάτοχό του, το 2002. Το αποτέλεσμα ήταν δραματικό -όπως γίνεται με όλες τις χρεοκοπίες που δεν «συνοδεύονται» από εργατικό έλεγχο. Οι τράπεζες έκλεισαν, όχι με πρωτοβουλία των τραπεζοϋπάλληλων και με στόχο την προστασία των φτωχών αλλά από την κυβέρνηση και τα αφεντικά  -με στόχο να εμποδίσει τους φτωχούς να σηκώσουν τον μισθό τους, τη σύνταξή τους ή τις πενιχρές τους αποταμιεύσεις. Τον  πέσο υποτιμήθηκε σε μια νύχτα κατά  30% και οι καταθέσεις σε δολάρια μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε πέσο, παρά τις παλαιότερες διαβεβαιώσεις του Ντουάλτε.  Για την εργατική τάξη και τους φτωχούς η χρεοκοπία ήταν απλά ένα ακόμα πλήγμα και όχι λύση.

 

 

 

Μέχρι το τέλος του 2002 το ΑΕΠ είχε πέσει, επίσημα, 18% κάτω, η ανεργία είχε ξεπεράσει το 21%.  Το τμήμα του πληθυσμού που ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας είχε φτάσει σε ένα εξωφρενικό για αναπτυγμένη χώρα 60%.

 

 

 

Η οργή ενάντια σε αυτή την εξαθλίωση πυροδότησε το 2002 μια ακόμα εξέγερση στην Αργεντινή. Η αριστερά δεν μπορεί να προβάλει αυτή την προοπτική σαν «λύτρωση». Αντίθετα αυτό που χρειάζεται είναι να κάνουμε ότι μπορούμε για να εμποδίσουμε την άρχουσα τάξη να μας εξαθλιώσει -με ή χωρίς χρεοκοπία. Και αυτό σημαίνει οργάνωση της αντίστασης ενάντια σε κάθε ένα από τα καταστροφικά σχέδια της κυβέρνησης και της Τρόικας.

 

 

 

Είναι αλήθεια ότι από το 2003 και μετά η Αργεντινή μπήκε σε τροχιά ανάκαμψης. Από τα 8000 $ κατά κεφαλή το ΑΕΠ έφτασε το 2010 στα 16.000 $. Αλλά ούτε ο κόσμος είναι ίδιος σήμερα, ούτε η Ελλάδα είναι Αργεντινή, ούτε το μέλλον της Αργεντινής είναι ανθόσπαρτο.

 

 

 

Παρά την παύση πληρωμών η Αργεντινή δεν αποκόπηκε από τις διεθνείς χρηματαγορές -γιατί το 2003 ήταν ακόμα εποχή παχιών αγελάδων για την παγκόσμια οικονομία και οι επενδυτές έψαχναν επικερδής ευκαιρίες για τα κεφάλαιά τους. Με την φούσκα της νέας οικονομίας να έχει μόλις σκάσει οι κερδοσκόποι είχαν αρχίσει ήδη να στρέφονται προς τις αγορές των πρώτων υλών -και η Αργεντινή είναι πλούσια σε πρώτες ύλες.

 

 

 

Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά -και αυτό είναι το δεύτερο πρόβλημα στην ιδέα ενός “Έλληνα Κίρχνερ”. Οι επενδυτές δεν ψάχνουν ευκαιρίες για να κερδίσουν αλλά ασφαλή καταφύγια για προστατέψουν τα κεφάλαιά τους. Ύστερα, η Ελλάδα δεν είναι ο παράδεισος των πρώτων υλών. Ακόμα χειρότερα, η φούσκα των πρώτων υλών δεν πρόκειται να κρατήσει για πάντα: παρά την αύξηση στους μισθούς που ανακοίνωσε η Κίρχνερ, στα σύννεφα έχουν αρχίσει να πυκνώνουν πάνω από την Αργεντινή.

 

 

 

Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια αριστερή κυβέρνηση -ριζοσπαστική ή μη- που θα υποσχεθεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι απλά μια αλλαγή πρωθυπουργού.

 

 

 

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα εργατικό κίνημα που θα αμφισβητεί στην πράξη εκεί που μετράει την κυριαρχία των καπιταλιστών -από τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις μέχρι τους δήμους και τα υπουργεία. Άμεσα μια «δυαδική εξουσία», για να θυμηθούμε τις παραδόσεις των αρχών του 20ου αιώνα. Προοπτικά, μια «αλλαγή» της ίδιας της κυρίαρχης τάξης -την ανατροπή του σημερινού συστήματος και την αντικατάστασή του με ένα σύστημα όπου η εργατική τάξη θα έχει το μονοπώλιο της εξουσίας συλλογικά στα χέρια της.

 

 

 

Το κίνημα έχει δώσει σκληρές μάχες ενάντια στο μνημόνιο. Και συνεχίζει να δίνει. Αυτό που χρειάζεται είναι ξεκάθαρες ιδέες που θα μπορούν να δώσουν έμπνευση και προοπτική σε αυτούς τους αγώνες και όχι αυταπάτες για μια «επαναστατική», «ριζοσπαστική», «αντιιμπεριαλιστική» (και όσα άλλα κοσμητικά επίθετα θέλετε) αριστερή κυβέρνηση . Αυταπάτες που στην καλύτερη περίπτωση δημιουργούν σύγχυση στο κίνημα. Και στην χειρότερη, αν πετύχουν, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα φέρουν έναν Κίρχνερ αλλά έναν Πρόντι.

  *εισήγηση στη ημερίδα της Πρωτοβουλίας κατά του ευρω και της ΕΕ στο Πάντειο, 08.10.2011

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: